θύρετρα

θύρετρ-α [], τά,= θύρα,
A door, in pl., Il.2.415, Od.18.385, 21.49, Pi.I.7(6).6, E.Ba.448, Or.1474 (lyr.), Call.Ap.3, etc.; prop. the door-casing,frame, IG11(2).161A66(Delos, iii B.C.); θύραις ἁρμοζοίσαις τοῖς θυρέτροισι ib.12(2).14.7; θ. μαρμάρινα ib.6: so in sg., ib.4.1484.30(Epid.), BCH6.24 (Delos, ii B.C.), Plb.30.18.5, AP5.293.7 (Agath.), Ps.-Luc.Philopatr.4:—hence [suff] θυρετρ-εᾶς: φλιᾶς, Hsch.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • θύρετρα — door neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θύρετρ' — θύρετρα , θύρετρα door neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θυρέτροις — θύρετρα door neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θυρέτρων — θύρετρα door neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θύρετρον — θύρετρον, τὸ (Α) συν. στον πληθ. τά θύρετρα 1. η θύρα 2. το πλαίσιο τής θύρας. [ΕΤΥΜΟΛ. < θύρα + κατάλ. τρον (η οποία συνήθως σχηματίζει μεταρρηματικά παρ.) ίσως κατ επίδρασιν τού ημέλεθρον] …   Dictionary of Greek

  • πίμπρημι — Α 1. πυρπολώ, βάζω φωτιά σε κάτι (α. «πρῆσε δὲ πυρὸς θύρετρα», Ομ. Ιλ. β. «ἠθέλησε πυρὶ πρῆσαι κατ ἄκρας», Σοφ. γ. «πρήσω πόλιν», Αισχύλ.) 2. φλεγμαίνω, έχω φλεγμονή («πίμπρησι δὲ χείλη», Νίκ.) 3. πρήθω*. φυσώ και φουσκώνω κάτι, προκαλώ φούσκωμα… …   Dictionary of Greek

  • σκάβω — σκάπτω, ΝΜΑ, και σκάφτω Ν 1. χτυπώ με ειδικό εργαλείο το έδαφος και αναστρέφω το χώμα για διάνοιξη ορύγματος ή προκειμένου να καλλιεργήσω τη γη (α. «για το φτωχό ασπρομάλλη πο σκαψε κάμπους και βουνά, δυο πήχες τόπο μοναχά, τώρα θα σκάψουν άλλοι» …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.